εχινέα

ἐχινέα και συνηρ. ἐχινῆ, ἡ (Α) [εχίνος]
επιγρ. είδος αγγείου, δοχείου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐχινέα — ἐχινέᾱ , ἐχινέα vase fem nom/voc/acc dual ἐχινέᾱ , ἐχινέα vase fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἐχῑνέα , ἐχινέες kind of mouse with rough bristling hair masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχινέας — ἐχινέᾱς , ἐχινέα vase fem acc pl ἐχινέᾱς , ἐχινέα vase fem gen sg (attic doric aeolic) ἐχῑνέας , ἐχινέες kind of mouse with rough bristling hair masc acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εχινή — ἐχινῆ, ἡ (Α) [εχίνος] 1. (ενν. δορά) δέρμα σκαντζόχοιρου 2. «ἐχινῆ στρατιωτική» πιθ. ἐχινέα*, είδος αγγείου, δοχείου που χρησιμοποιούσαν οι στρατιώτες. [ΕΤΥΜΟΛ. < εχίνος + κατάλ. η (πρβλ. λεοντ ή)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.